σελίς

-ίδος, ἡ, ΜΑ
βλ. σελίδα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σελίς — cross beam fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδα — σελίς cross beam fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδας — σελίς cross beam fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδες — σελίς cross beam fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδεσσι — σελίς cross beam fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδεσσιν — σελίς cross beam fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδι — σελίς cross beam fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδος — σελίς cross beam fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίδων — σελίς cross beam fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελίν — σελίς cross beam fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.